Me and my mp3


Πολλοί έχουν αναλύσει διεξοδικά την νέα, ψηφιακή εποχή για τη μουσική. Υπολόγισαν διαφυγόντα κέρδη, νομικά παράθυρα, πώς να κλείσουμε φυλακή όσους μοιράζονται torrents, πώς να γλιτώσουμε τη φυλακή εμείς που μοιραζόμαστε τα torrents, πώς να πείσουμε τον κόσμο να συνεχίσει να αγοράζει και πάρα πολλές άλλες, εμπορικού περιεχομένου και όχι μόνο, αλχημείες.
Αδιαφορώντας για το γενικό καλό, θα εστιάσω σε τι επηρέασε ΕΜΕΝΑ, η ψηφιακή εποχή για την αγαπημένη μου μουσική. Θυμάμαι μια εποχή, που έκανα το ταξίδι Αθήνα – Θεσσαλονίκη περίπου 40 φορές το χρόνο. Έχοντας εξασκηθεί σαν compact και πρακτικός ταξιδιώτης, απέφευγα τις ογκώδεις αποσκευές και θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό, που είχα βολευτεί με ένα τσαντάκι μέσης – ναι, τα φορούσαμε τότε – που χώραγε ακριβώς 7 κασέτες (χωρίς τα κουτάκια τους), που σήμαινε ότι είχα μουσική για το walkman μου, για τις 7 ώρες που έκανε τότε το τρένο. Υπήρχε μια γοητεία στο να πρέπει να προβλέψω τις εναλλαγές διάθεσής μου, ώστε να επιλέξω τα σωστά albums, αλλά πιστέψτε με, ήταν απελπισία όταν έπεφτα έξω.
Όταν με το καλό έφτασαν τα mp3 αρχεία, είχα καταρχήν να εξοικειωθώ με την ιδέα ότι κρατούσα ένα player με διαστάσεις αναπτήρα, το οποίο χώραγε άνετα, 80 δίσκους. Ειλικρινά, και τώρα που το γράφω, παράξενο μου φαίνεται. Πλέον, μπορούσα να ταξιδεύω άνετα και να μην χρειάζομαι το μάντη Τειρεσία να μου πει ότι περνώντας από τα Τέμπη, θα έχει gloomy συννεφιά, οπότε ας πάρω και Neurosis μαζί μου.
Έκτοτε βέβαια, έχει αλλάξει και η καθημερινότητά μας. Είμαι πλέον ένας άνθρωπος, που ακούει μουσική συνεχώς στη δουλειά μεν, ούτε δευτερόλεπτο metal, δε. Ταυτόχρονα, για διάφορους λόγους, δεν ακούω σχεδόν ποτέ μουσική στο σπίτι. Με πρόχειρους υπολογισμούς λοιπόν, το 90% της μουσικής που φτάνει κατ’ επιλογήν στα αυτιά μου, είναι κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων στην πόλη. Είμαι ένα από εκείνα τα αξιοθέατα των σύγχρονων πόλεων, που είναι όλη την ώρα με ακουστικά σε μετρό, λεωφορείο και τραμ, και δείχνουν αποκομμένοι από το οτιδήποτε συμβαίνει. Από τη μια, ευλογία που δε χρειάζεται να ακούω την παπαριά του καθενός, τους τσακωμούς των ευέξαπτων, τα πανηλίθια ringtones, τις ανακοινώσεις των μεγαφώνων και τη βαβούρα των αυτοκινήτων. Από την άλλη, όταν πρωτοάκουγα τα solos στο “The Blackening” με το ζόρι κρατιόμουν να μην αρχίσω το air guitar και είμαι σίγουρος, κάπου θα μου ξέφυγε καμιά air πενιά και θα έγινα ρεζίλι.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, είναι οι δίσκοι που χάνεις. Εννοώ αυτά τα albums που λόγω του τρόπου που είναι φτιαγμένα, είναι ακατάλληλα για χρήση on the move. Το μέτρο για να καταλάβεις ότι οι ρυθμοί μιας πόλης έχουν ξεφύγει, είναι οι Isis. Όταν είσαι σε συγκοινωνία, και χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο για να πας στη δουλειά σου από όσο διαρκούν 2 κομμάτια από το “Panopticon”, η πόλη που ζεις είναι πολύ μεγάλη. Ταυτόχρονα, αν η γενική αναμπουμπούλα κάνει τις συνθέσεις του Aaron Turner να ακούγονται κουραστικές, όλα τρέχουν πιο γρήγορα και αγχωτικά από ότι πρέπει.
Αυτό βέβαια συμβαίνει γενικά με τους δίσκους ενιαίας ατμόσφαιρας. Κάπως έτσι έχασα το “Monotheist” των Celtic Frost. Οριακά το “The Way Of All Flesh” των Gojira. Το “Hymn To The Immortal Wind” των Mono. Όλοι αυτοί οι καταπληκτικοί δίσκοι που αναδεικνύονται με χαμηλά φώτα, ακουστικά και απραγία, η γραμμή 2 του μετρό, τους μετατρέπει σε θρύψαλα. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα up tempo albums, είναι η χαρά του urban ταξιδευτή. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να το ρίξουμε όλοι εμείς στους Sonic Syndicate, αλλά έχοντας συνειδητοποιήσει το πρόβλημα, να αποφεύγουμε τις δογματικές κρίσεις για τους ατμοσφαιρικούς δίσκους.
Μεγαλύτερα don’ts λοιπόν για την περίσταση; Εκτός των προαναφερθέντων, είναι απόλυτη καταστροφή οι Emperor (θα βλαστημήσετε την ώρα και τη στιγμή που βάλατε το “Prometheus…”), θα ρίξετε στις γραμμές το iPod αν επιλέξετε Red Sparrowes, θα πέσετε οι ίδιοι με οποιοδήποτε album των Pelican και θα δοκιμαστεί η υπομονή σας με το τελευταίο Muse από τη μέση και μετά. Βατερλώ οι Fates Warning, με μικρή δυσκολία οι Tool (το “10,000 Days” ούτε για αστείο) και μια φορά έκανα το λάθος να δοκιμάσω το καινούριο των Ahab (καταπληκτικός δίσκος κατά τα άλλα) και ακόμα το μετανιώνω.
Πρώτο και καλύτερο από τα do’s, οι Σουηδοί. Μικρά και ρυθμικά κομμάτια, και το κυριότερο, με σωστά μοιρασμένα drum beats. Ως εκ τούτου, θεοί οι In Flames, Dark Tranquillity, Soilwork, Darkest Hour (αμερικάνοι, το ξέρω, αλλά εντάξει ας πούμε την αλήθεια επιτέλους), και οι Entombed. Κορυφή οι Machine Head, Slayer, Atreyu. Αξεπέραστο σιγουράκι το “Crack The Skye” των Mastodon, όπως και οι High On Fire. Τρελό κέφι οι Rammstein, Slipknot, System Of A Down, Trivium (κράξτε όσο θέλετε), Megadeth και Lamb Of God. Παντός καιρού Metallica και Black Sabbath.
Η λίστα μπορεί να συνεχίζεται με άπειρα ακόμα do’s και don’t’s και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το βολεύουμε. Εγώ όμως, τι θα κάνω που από κεκτημένη ταχύτητα συνεχίζω να αγοράζω cds και επειδή τα έχω ήδη σε ψηφιακή μορφή που χρησιμοποιώ στο δρόμο, καταλήγουν στο ράφι χωρίς να ανοιχτούν ποτέ;


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s