Masked art – Πότε η ανωνυμία λειτουργεί σαν σωσίβιο;

Μερικές μέρες τώρα σκέφτομαι να γράψω κάτι για το “Iowa”. Έκλεισε 10ετία, βγήκε και μια ωραία επετειακή έκδοση και η όλη συγκυρία μοιάζει ιδανική. Προφανώς παίζει το ρόλο του το γεγονός ότι λατρεύουμε τους Slipknot και το συγκεκριμένο δίσκο, που όρισε το ταβάνι για τις nu metal μπάντες που ανθούσαν το 2001 και έβγαλε οριστικά τους δημιουργούς του από το τσούρμο αυτό που τους κατέτασσαν οι αδαείς.
Μου φαινόταν φτωχό σαν δικαιολογία για κείμενο, αλλά what the hell. Κάπου εκεί όμως, άρχισαν να χτυπούν την πόρτα οι καρμικές συμπτώσεις που κάνουν τη ζωή ενδιαφέρουσα. Πρώτα, μου στέλνει ο Άρης ένα link για το blog του Tim Lambesis (timlambesis.tumblr.com/) όπου σκέφτεται φωναχτά, εεε, γραπτώς, εεε, online, εεε, you get it τελοσπάντων, ένα φοβερά ενδιαφέρον θέμα. Εν συντομία, είναι γνωστό πόσο πολύ έχει αλλάξει η μουσική βιομηχανία. Αυτό που για την ώρα προσπερνάμε όλοι, είναι το πόσο έχουν αλλάξει και οι fans. Τόσο οι λίγο παλιότεροι, όσο και οι φρέσκοι, που μπαίνουν με τη μια στην καινούρια κατάσταση. Λέει λοιπόν, ότι χάζευε posts και tweets και παρατήρησε ότι υπήρχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε cliks και following για κάποιες τυχαίες, καθημερινές φωτογραφίες των μελών κάποιου συγκροτήματος (δεν είπε ποιού), σε σχέση με ένα ολοκαίνουριο κομμάτι που είχαν πρόσφατα ανεβάσει. Προβληματίστηκε λοιπόν, αν όντως οι fans ενδιαφέρονται πλέον περισσότερο για το lifestyle και όποια τυχόν κουτσομπολιά του αγαπημένου τους συγκροτήματος, περισσότερο από ότι νοιάζονται για τη μουσική. Εκ πείρας φαντάζομαι, λέει επίσης ότι παλιότερα οι εταιρείες πίεζαν τα συγκροτήματα για νέα μουσική, είτε όσο καλύτερη γίνεται, είτε όσο πιο σύντομα γίνεται. Πλέον, η απαίτηση είναι για περισσότερα tweets με λεπτομέρειες της καθημερινότητάς τους και random φωτογραφίες, παρά για νέα κομμάτια. Ακούγεται χαζό, αλλά makes sense, σωστά;
Αμέσως μετά, με παίρνει ο Λεωνίδας τηλέφωνο, με ιδέα για το αφιέρωμα του επόμενου Metal AM. «Ποιοι από τους παλιούς, θα θέλαμε να μπορούσαν να tweetάρουν τότε», ή κάτι τέτοιο. Να μπορούσε δηλαδή ο Jimmy Page να ανέβαζε ένα post το 1969 «@Bozo:έχω να τελειώσω ένα βουνό κόκα μέχρι την Παρασκευή, αλλά δεν έχω ιδέα τι μέρα είναι σήμερα». Εντελώς σουρεάλ, αλλά θα έχει την πλάκα του.
Μόλις κλείνουμε το τηλέφωνο, βλέπω το νέο post στο http://musicofqualityanddistinction.wordpress.com/ για τους Blue Nile και στέκομαι στο σημείο που περιγράφει τον πανικό που βίωσε, όταν είδε για πρώτη φορά τον Buchanan στην τηλεόραση, κάπου μετά το 1991, όταν δεν υπήρχε η τόσο εύκολη πρόσβαση στην εικόνα όπως σήμερα. Όπως λέει συγκεκριμένα «δεν ήξερα πόσοι ήταν, από πού ήταν, δεν είχα καμία εικόνα στο μυαλό μου: οι αθώες μέρες προτού η υπερπληροφόρηση στερήσει τη μαγεία της φαντασίας…». Αυτό μου φάνηκε κάπως νοσταλγικό. Σαν κάτι που θα έλεγε ένας πιο ηλικιωμένος άνθρωπος.
Αλλά τότε ξαναθυμήθηκα τους Slipknot. Είχα την τύχη να τους ακούω από την πρώτη μέρα που εμφανίστηκε το “Spit It Out” single. Δε με είχαν ιντριγκάρει καθόλου οι μάσκες και τα boiler suits. Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν ο τρόπος και ο ήχος που έπαιζε ο Jordison. Και μετά ακολούθησαν όλα τα υπόλοιπα. Μετά το “Iowa”, με ενδιέφερε το ότι άλλαξαν οι μάσκες, αλλά πάλι δε σκεφτόμουν τι μπορεί να κάνει ο καθένας από αυτούς στην καθημερινότητά του. Ούτε καν πως είναι τα μούτρα του μέσα από αυτές. Είχε έρθει ο καιρός που το βίτσιο μου ήταν η χροιά του Taylor, που όσο γδαρμένη και βίαιη ήταν, μου έβγαζε κάτι βασανισμένο και ανθρώπινο.
Αυτό τώρα δένει με το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες. Το “Fargo Rock City” του Chuck Closterman (είναι υπέροχο, να το διαβάσετε όλοι), λέει σε κάποιο σημείο πόσο ταυτίστηκε ο ίδιος που μεγάλωσε σε ένα χωριό στη Νότια Dakota, με αυτό ακριβώς το απεγνωσμένο συναίσθημα του out-of-towner που έχει πιαστεί στον ιστό της μητρόπολης, που εντόπιζε στις ερμηνείες του Cobain και του Axl Rose. Πιστεύω ότι ο Taylor και το Des Moines ανήκουν στην ίδια κατηγορία.
Ξεφύγαμε όμως. Η πρώτη φορά που μου μπήκαν καβούρια για το πώς είναι οι Slipknot στα μούτρα, είναι όταν οι ίδιοι αποφάσισαν να παίξουν αυτό το χαρτί, στο clip του “Before I Forget”. Είχα κολλήσει τη μύτη στην οθόνη προσπαθώντας να πιάσω μισό χαρακτηριστικό, το χρώμα ενός ματιού, την άκρη ενός tattoo, οτιδήποτε. Και βίωσα την αντίστοιχη στιγμή με τους Blue Nile και την τηλεόραση, όταν πήρα το “Voliminal” dvd, όπου αποκαλύφθηκαν όλα.
Είμαι εγώ καχύποπτος, αν πω τώρα ότι από εκεί και μετά πήγαν όλα κατά διαόλου; Φυσικά και δεν έχει να κάνει αυτό με τη μουσική που γράφουν, ή με το ότι τσακώνονται. Το θέμα είναι ότι πλέον τσακώνονται δημοσίως, αυτοί οι τύποι, ο Jordison και ο Taylor, και όχι βγάζουν δημιουργικό hostility ο 1 και ο 8. Από τότε και μετά νοιαστήκαμε για τα προσωπικά τους, για τα projects τους και όλα αυτά που τελικά αποδυνάμωσαν τους 9. Και τελικά έμειναν 8. Και δε θα εκπλαγώ αν του χρόνου είναι 6.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η μαγεία είναι απαραίτητη. Εκτιμώ πολύ τις urban ρίζες ενός καλλιτέχνη και μου αρέσει να τον νιώθω κοντά μου, ότι είναι ένας από εμάς. Αλλά υπάρχουν φορές που όλοι έχουμε ανάγκη να θαυμάσουμε κάτι. Δε θέλω να βλέπω τα μούτρα σου, θέλω να νιώθω τη μουσική σου κοιτάζοντας την εικόνα, που έφτιαξες για αυτή. Και όταν έχεις τη δύναμη να κάνεις εκατομμύρια να νιώσουν έτσι, μην το πετάς στα σκουπίδια, διάολε!

Advertisements

One thought on “Masked art – Πότε η ανωνυμία λειτουργεί σαν σωσίβιο;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s