Οι γοητευτικές σειρήνες των Silverdunes

10695384_10204672295797017_1972576283_nΕίναι περίεργο πως η υπαρξιακή κουλτούρα της pop μουσικής κάνει κύκλους. Πως ενάντια στους φυσικούς νόμους δυο παράλληλες πορείες διασταυρώνονται και φέρνουν την ιστορία κάποιας μπάντας να εφάπτεται με την ιστορία κάποιας άλλης. Και ενώ μιλάς για τη μια, να βρίσκεσαι τόσο κοντά στο να μιλάς και για την άλλη.

Η ιστορία των Silverdunes ξεκινά στο Chicago πριν περίπου 25 χρόνια. Βαρβάτο rock n roll, από εκείνο που μόνο όταν είσαι νέος και διψασμένος μπορείς να παίξεις. Και από εκείνο που γεννάει σχεδόν αμέσως ένα πιστό fanbase. 

Σε κάθε τέτοιο ονειρικό ξεκίνημα όμως, πάντα υπάρχει μια παγίδα. Για τους Silverdunes, αυτή ήταν ότι παρουσίαζαν από πολύ νωρίς μια τάση να τραβάνε σαν μαγνήτης όλα τα βλέμματα. Άρα και όλες τις γνώμες. Μοιραία, μαζί με τους fans τους, ένιωθαν τον αντίκτυπο και από όσους τους στραβοκοίταζαν. Αν συνδυάσεις δε αυτή την ιδιότητα με το γεγονός ότι πάντα άλλαζαν και κάτι στο στυλ τους από album σε album, το εκρηκτικό cocktail είναι έτοιμο. 

Οι Silverdunes ήταν σκληρόπετσοι όμως. Δεν υποχώρησαν ποτέ και αυτό τους έχει καρφιτσώσει στο πέτο ένα περίεργο παράσημο. Πρέπει να είναι η μοναδική (?) μπάντα στον πλανήτη που τα τελευταία 15+ χρόνια, κάθε φορά που κυκλοφορούσε νέο δίσκο, η απρόσωπη και ογκώδης κοινή γνώμη το χαρακτήριζε σαν το χειρότερό τους. Θες η αγάπη για τον αμέσως προηγούμενο, θες η απρόσμενη αλλαγή κατεύθυνσης, δεν έχει υπάρξει δουλειά τους που να μη μαζέψει wicked κριτική.

Ποια η θέση του καλλιτέχνη σε αυτό; Έλα ντε. Εγώ ίσως σκεφτόμουν ότι αυτό σημαίνει ότι ακολουθούν μια σταθερά πτωτική πορεία. Τότε όμως δε θα άντεχαν τόσα χρόνια. Γιατί παρόλη τη γκρίνια, ο κόσμος είναι ακόμα εκεί. Είτε για να υποστηρίξει φωναχτά, είτε για να ακολουθήσει σιωπηλά, είτε για να κριτικάρει. Ο μαγνήτης λειτουργεί ακόμα. 

Φέτος έχουν ξανά καινούριο δίσκο. Το «Heathen Relic» έρχεται να τεστάρει ακόμα μια φορά όχι τους ίδιους, αλλά τα δικά μας αντανακλαστικά ως ακροατές. Με μια γρήγορη ματιά online, οι γνώμες που επικρατούν είναι ότι φυσικά, πρόκειται για το χειρότερό τους δίσκο. Μπορεί στους 2-3 τελευταίους να προσπάθησαν να μείνουν κάπως προσκολλημένοι στο ιδίωμά τους, τώρα όμως αφέθηκαν τελείως. Θυσίασαν το δυναμισμό για μια εσωτερική μελαγχολία και αποφάσισαν να ξεμασκαρέψουν από heavy riffs την όποια cheesy μελωδία και να την αφήσουν ανέγγιχτη. 

Ξενίζει. Η αισθητική μας δεν είναι τέτοια. Έστω, δεν περιμένουμε από αυτούς κάτι σαν αυτό. Υπάρχει όμως ένα γεγονός που δε σηκώνει αμφισβήτηση. Ότι και να είναι αυτό που ακούμε σε αυτό το δίσκο, δε μοιάζει με τίποτα άλλο. Ξανά, γιατί είναι σημαντικό. Έχουμε 2014 και μια μπάντα 25ετίας έφτιαξε μουσική που δε θυμίζει τίποτα άλλο. Δεν το βλέπεις κάθε μέρα. 

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η γκρίνια έχει εκλείψει. Οι ίδιοι αντιμετωπίζουν αυτή την κριτική όπως πάντα. Με ήρεμο ύφος και την κλασική προσέγγιση «δε θέλαμε να φτιάξουμε το pt.2 του οποιουδήποτε προηγούμενου δίσκου» και «όποιος θέλει να συμμετέχει είναι ευπρόσδεκτος». Με μια κατανόηση στον ακροατή που περνάει το αλλεργικό του σοκ, η οποία μπορεί να μοιάζει απολογητική σε στιγμές, αλλά εμένα μου θύμισε κάπως και πατρική συγκαταβατικότητα. 

Και γιατί όχι άλλωστε; Ο δικός τους χαρακτήρας είναι αναλλοίωτος. Όχι ο ήχος τους, αλλά η οπτική τους. Αν το καλοσκεφτούμε λίγο, αυτή είναι και η δική μας στάση σαν fans τους. Ναι, είμαστε ασυμβίβαστοι rockers, αλλά όσοι τους αγαπήσαμε πάντα είχαμε μια εναλλακτική τάση ως προς το status quo. Πάντα μας έκαναν μοντέρνους, πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε. 

Και ακόμα το κάνουν. Και ας έπρεπε φέτος ο iconic για τη σκηνή τραγουδιστής τους να το πάρει πάνω του και να οδηγήσει και τους υπόλοιπους σε αυτό το στυλ. Και ας έκαναν τώρα το άλμα σε πολυεθνική δισκογραφική, σε μια εποχή που οι συνθήκες δεν είναι τέτοιες. Το λες και vintage κίνηση. 

Σε κάθε περίπτωση, οι Silverdunes είναι ακόμα εδώ. Και εμείς είμαστε επίσης εδώ. Μπορεί να φαίνεται σαν να πεθαίνει κάτι, αλλά ο Howard Jacobson, φετινός νικητής του λογοτεχνικού βραβείου Booker είπε την προηγούμενη εβδομάδα σε ένα Q&A με τους αναγνώστες του Guardian ότι «η κουλτούρα πάντα πεθαίνει. Έτσι επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της». 

Εδώ μπορούμε να ακούσουμε το δίσκο για τον οποίο μιλάμε τόση ώρα. Και δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ακούω κάτι να πεθαίνει εδώ.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s