Το πρώτο μεγάλο checkpoint του 2018

audreyhorne--coverΈνα παλιό ρητό των μουσικογραφιάδων λέει ότι για τα albums ή τους καλλιτέχνες που αγαπάς ιδιαίτερα, φτιάχνεις πάντα τα χειρότερα κείμενα. Ταυτόχρονα, οι Audrey Horne είναι εδώ και κάμποσα χρόνια ένας από τους ισχυρότερους μαγνήτες απόλαυσης για τον υποφαινόμενο και με το ολόφρεσκο “Blackout” album να μας έχει χτυπήσει μόλις την πόρτα, είναι αδύνατον να τους αγνοήσουμε στις μουσικές μας στήλες όπως αυτή εδώ. Οπότε, ποία η θέσις μας; Φοβάμαι πως το θάρρος είναι μονόδρομος, καθώς οι 5 Νορβηγοί φρόντισαν να γεμίσουν και το 6ο album τους με ευθυτενές και συναρπαστικό hard rock, υποχρεώνοντας μας να το φωνάξουμε στον κόσμο, κι ας κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας ο κανόνας που αναφέρθηκε στην αρχή.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Bergen είναι μια σχετικά μικρή πόλη στο δυτικό άκρο της Νορβηγίας και ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν άγνωστοι ανάμεσα στους μουσικούς του. Μπορεί το όνομα της πόλης να έγινε γνωστό στις αρχές της δεκαετίας του ’90 λόγω της αναπτυσσόμενης blackmetal σκηνής, όμως ο Torkjell Rod είχε στο μυαλό του να στήσει μια καθαρόαιμη hard rock μπάντα εκεί στις αρχές του 2000. Κράτησε για τον εαυτό του λοιπόν το ψευδώνυμο Toschie και ένα μικρόφωνο, συγκέντρωσε ένα πυρήνα φίλων (με προεξέχοντες τους Arve Idsal και Tom Cato Visnes των Enslaved και Gorgoroth αντίστοιχα, που προφανώς είχαν δημιουργικά αποθέματα για πατροπαράδοτο rock να περισσεύουν μετά το full blackmetal των κυρίως σχημάτων τους), η μοίρα έφερε τον Joe Baressi (Tool, Queens Of The Stone Age, Kyuss, Melvins) πίσω από την κοσνόλα του ντεμπούτου “No Hay Banda” και όλα ξεκίνησαν να κυλούν το σωτήριο έτος 2005.

Μέχρι και το 2010, είχαν φτιάξει ένα περιορισμένης έκτασης μεν, στιβαρό ποιοτικά δε, όνομα στους underground κύκλους εκτός Νορβηγίας (καθ’οτι εντός έδρας αναγνωρίστηκαν αμέσως και φλέραραν με τα εγχώρια Grammy από την πρώτη στιγμή), άλλαξαν κάποια μέλη και ώσπου να βγει η δεκαετία, είχαν την πρώτη μεγάλη τους στιγμή. Το ομώνυμο “Audrey Horne” album του 2010 έκανε το ονομά τους να ακουστεί ξεκάθαρα μέχρι και τον ευρωπαϊκό μας Νότο, με αυτή τη μίξη του alternative hard rocking να αναδεικνύεται από μερικά πραγματικά σπουδαία τραγούδια.

Από εκεί και μετά τίποτα δεν ήταν το ίδιο, ούτε καν το μουσικό ύφος που μας είχαν συνηθίσει. Στο καταιγιστικό “Youngblood” του 2013 κάποιος άνοιξε τον ασκό με τις Iron Maiden-ικές δισολίες και έχει ξεχάσει να τον κλείσει έκτοτε. Πιο παραδοσιακό, πιο κοντά στο βρετανικό metal, ακόμα πιο άμεσο και κολλητικό σαν βλενόρροια στο tour bus των Motley Crue του 1987, το καινούριο πρόσωπο των Audrey Horne κατέκτησε οπαδούς σε κάθε ευρωπαϊκή πόλη, που όσο υστερούσαν σε αριθμό, τόσο αναπλήρωναν σε αφοσίωση. Το αμέσως επόμενο “Pure Heavy” συνέχισε στο ίδιο tempo και για να μην τα πολυλογώ, αυτό που κατάφερε τελικά ήταν να μας αφήσει να περιμένουμε τα 4 τελευταία χρόνια σαν ναυαγοί σε ερημονήσι για άλλη μια σανίδα σωτηρίας σε μορφή ολοκληρωμένου album.

Audrey-Horne_BlackoutΌλο αυτό, καταλήγει στο σήμερα. Στο φετινό χειμώνα, που το “Blackout” κάνει τόσο συναρπαστικό και δικαιολογεί σε γραφιάδες να υπερσκελίζουν δεισιδαιμονίες και να εκτίθενται ως ενθουσιώδη παιδαρέλια, όπως κάνω τόση ώρα σε αυτές τις γραμμές. Φέτος έχει αλλάξει λίγο η συνταγή για άλλη μια φορά, τα κομμάτια είναι μοιρασμένα τα μεν σε full κιθαριστικές μονομαχίες φτιαγμένες για air guitar και τα δε σε πιο ανοιχτά ακόρντα ανεμελιάς και δομικού 4/4 songwriting. Θες να πεις ότι ο στόχος είναι τα ηχεία των κάμπριο αυτοκινήτων που αλωνίζουν τους δρόμους της Καλιφόρνια, θες να πεις ότι οι Thin Lizzy διεκδίκησαν μεγαλύτερο μερίδιο στις επιρροές, θες να πεις ότι ο μισός τουλάχιστον δίσκος ακούγεται σαν ένα ανέμελο τζαμάρισμα, δίκιο θα έχεις.

Όσα όμως και να πούμε για αυτό το album, νιώθω ότι όλα καταλήγουν εκεί που ξεκίνησαν. Στο πρόσωπο που το έκανε όλο αυτό να συμβεί και που διακριτικά τον προσπεράσαμε από την αρχή της αφήγησης. Ο Toschie ήταν, είναι και θα είναι το στοιχείο εκείνο που κλικάρει σε αυτή τη μπάντα κι ας μην είναι κανένα λαρύγγι περιωπής. Η street προσέγγιση σε έναν καμβά κλασικού heavy metal, η στάση του ως μη-metal τραγουδιστής, η χαρισματική του παρουσία και φυσικά οι στίχοι του είναι η παράταιρη γεύση στο μενού, που δίνει αυτό το τόσο απαραίτητο twist που δεν περιμένεις και που ένας κλασικός metal βοκαλίστας θα αποτύγχανε να παρέχει.

Μην ανησυχείς για τίποτα Paul Di Anno, η κληρονομιά σου βρίσκεται σε καλά χέρια…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s